Ήταν όλοι εκεί

Ανδρέα μας… ήταν ΟΛΟΙ εκεί.

Η οικογένεια σου, οι συγγενείς σου, οι φίλοι σου, οι συνεργάτες σου, οι συγχωριανοί σου, η πολιτεία, η Εκκλησία και απλός κόσμος. Άνθρωποι που σε γνώρισαν από κοντά αλλά και άνθρωποι που σε γνώριζαν μέσα από το σπουδαίο έργο και την πορεία σου στη γαστρονομία.

Η εκκλησία του χωριού μας αποδείχθηκε πολύ μικρή για να χωρέσει όλους εκείνους που ήθελαν να είναι κοντά σου και να σου πουν το ύστατο χαίρε. Ήταν όμως εκεί για να σε τιμήσουν, να σε αποχαιρετήσουν, να σε ευχαριστήσουν.

Ακούστηκαν λόγια αγάπης από ανθρώπους που στάθηκαν με δύναμη μπροστά στο μικρόφωνο για να σε αποχαιρετήσουν. Μοιράστηκαν στιγμές που είχαν την χαρά και την τιμή να ζήσουν δίπλα σου. Λόγια καρδιάς που φώτισαν ακόμη περισσότερο το μεγαλείο σου και έδωσαν σε όλους μας την ευκαιρία να σε γνωρίσουμε λίγο βαθύτερα μέσα από τα μάτια τους.

Το χωριό μας, Ανδρέα μας, σε αγκάλιασε ξανά όπως σε αγκάλιαζε πάντα με συγκίνηση, με περηφάνεια, με αγάπη. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή της στιγμής έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο κάτι που εμείς γνωρίζαμε από πάντα. Ο άνθρωπος που ήσουν ήταν ακόμη μεγαλύτερος από όσα είχες καταφέρει.

Σε αποχαιρετήσαμε εκεί όπου όλα ξεκίνησαν, στον τόπο που κουβαλούσες πάντα μέσα σου. Φορώντας για τελευταία φορά τη στολή του σεφ με το αστέρι Michelin, όπως άρμοζε σε έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στη γαστρονομία και την ανέδειξε πέρα από τα σύνορα της Κύπρου.

«Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές,
απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα,
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.»

Με αυτό το ποίημα του Βάρναλη, «Οι μοιραίοι», που μελοποίησε ο Θεοδωράκης και έντυσε με τη φωνή του ο σπουδαίος Μπιθικώτσης, επέλεξαν οι αγαπημένοι σου να σε αποχαιρετήσουν. Και εκεί, μέσα σε εκείνους τους στίχους, βρήκαν έναν τρόπο να σου πουν όσα δεν χωρούσαν σε λόγια.

Θα σε κρατάμε πάντα εδώ στη μνήμη μας, στις ιστορίες μας, στην περηφάνεια μας.

Καλό ταξίδι, Ανδρέα μας.

Αιωνία σου η μνήμη.